ΕΙΚΟΝΑ

ΕΙΚΟΝΑ

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΑΦΥΛΙ ΣΤΟ ΚΡΑΣΙ

“Ένα Τσαμπί Σταφύλι" 

                      της Μαρίας Γουμενοπούλου
            
              Μια φορά κι έναν καιρό στα πολύ παλιά χρόνια υπήρχε ένα μικρό χωριό 
που το λέγανε Αγαθοχώρι. Στο Αγαθοχώρι όλοι οι άνθρωποι ήταν καλοί κι 
αγαπούσανπολύ ο ένας τον άλλον.
   Είχε απ' όλα τα καλά το Αγαθοχώρι, εκτός από αμπέλια και κληματαριές. 
Σταφύλι δεν είχαν δει ποτέ στα μάτια τους οι Αγαθοχωρίτες και κρασάκι, που 
γίνεται απ' τα σταφύλια, δεν είχανε ποτέ τους πιει.
   Μια μέρα ένας γέρος, που πήγε με το γαϊδουράκι του σ' ένα άλλο χωριό, έφερε 
γυρίζοντας μια μικρή ρίζα κληματαριά και τη φύτεψε στην αυλή του.
   Η κληματαριά μεγάλωσε κι όταν ήρθε ο Αύγουστος είχε κιόλας έτοιμο το πρώτο τσαμπί σταφύλι. Το 'κοψε γεμάτος χαρά ο καλός Αγαθοχωρίτης, το 'πλυνε στη βρυσούλα του, αλλά, πριν το φάει, σκέφτηκε:
   - Δεν είναι κρίμα να το φάω μοναχός μου, ενώ μπορώ να καλέσω και το γείτονα μου να το φάμε μαζί; Μια και δυο πλησίασε το φράχτη και φώναξε:
   - Γείτονα, έλα να φάμε μαζί το σταφύλι μου.
   Ήρθε ο γείτονας χαρούμενος μαζί με τη γυναίκα του, αλλά, πριν αρχίσουν να το τρώνε, είπε η καλή γυναίκα.
   - Τι κρίμα να το φάμε μόνοι μας, αφού μπορούμε να καλέσουμε και τους άλλους γείτονες, που έχουν και μικρό παιδί.
   Ήρθαν λοιπόν και οι γείτονες οι άλλοι με το παιδί. Εκείνοι με τη σειρά τους σκέφτηκαν τους δικούς τους γείτονες, που 'χαν μάλιστα τρία παιδιά,, ήρθαν κι εκείνοι με τα τρία παιδιά, εκείνοι κάλεσαν άλλους, οι άλλοι άλλους κι έτσι σιγά-σιγά η αυλή του καλού Αγαθοχωρίτη γέμισε ανθρώπους και παιδιά.
   Όταν άρχισε η μοιρασιά, ήταν τόσοι πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι, όσες κι οι ρόγες του σταφυλιού. Έτσι θα "παίρνε ο καθένας από μια ρόγα μονάχα. Μόλις όμως έκοψε ο γέρος την πρώτη, για να τη δώσει στον καλό του γείτονα, αμέσως η ρόγα μεταμορφώθηκε σ' ολόκληρο τσαμπί. Έκοψε τη δεύτερη κι αυτή το ίδιο. Χαρές που κάνανε οι Αγαθοχωρίτες! Και η τρίτη και η τέταρτη έγιναν κι αυτές με τη σειρά τους μεγάλα, ωραία τσαμπιά.
   Ξετρελαμένοι από χαρά οι χωρικοί έπαιρναν ο καθένας το τσαμπί του κι έφευγαν ευχαριστημένοι. Όταν και η τελευταία ρόγα που κράτησε ο γέρος για τον εαυτό του έγινε κι αυτή με τη σειρά της μεγάλο κι όμορφο τσαμπί, ο γέρος σκέφτηκε: - Καλύτερα να μην το φάω, να το κάνω κρασάκι.
   Το έστυψε λοιπόν καλά-καλά, έβγαλε ζουμί όσο χωράει ένα ποτήρι, το 'βαλε ύστερα σ' ένα μικρό μικρό βαρελάκι και περίμενε. Όταν πέρασαν οι μέρες και το κρασί ήταν έτοιμο, φώναξε πάλι το γείτονα του να το πιούνε μαζί.
   Εκείνος θυμήθηκε το δικό του γείτονα και τον κάλεσε, αυτός κάλεσε έναν άλλον, ο άλλος άλλον και σιγά σιγά μαζεύτηκαν πάλι όλοι οι Αγαθοχωρίτες στην αυλή του καλού γέρου, για να δοκιμάσουν το κρασάκι του. Όμως έγινε και πάλι το ίδιο παράξενο πράγμα, που είχε γίνει με τις ρόγες του σταφυλιού.
   Το βαρελάκι δεν άδειαζε όσο κι αν έπιναν. Έπιναν, έπιναν κι αυτό ήταν πάντα γεμάτο. Ήταν η ευλογία του θεού, είχε πει ο καλός γέροντας. Κι ήθελε μ' αυτό ο θεός να τους δείξει, ότι όποιος μοιράζεται μ' άλλους τα καλά που έχει, αυτά δε λιγοστεύουν, αλλά όλο και πιο πολλά γίνονται. Από τότε το βαρελάκι με το γλυκό κρασί στο Αγαθοχώρι είναι πάντα γεμάτο.    Όποιος θέλει, πάει, πίνει και είναι τόσο γλυκό, όσο κανένα κρασί σ' όλο τον κόσμο.


Σταφυλομαθηματικά:"Βάλε στο ένα τσαμπί λίγες ρώγες και στο άλλο πολλές"






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου